Τρίτη 23 Αυγούστου 2011
Θεανώ (5)
Αύγουστος 1201
Η Πόλη γιόρταζε τη Μεγαλόχαρη και οι άπειρες εκκλησίες, τα μοναστήρια και τα παρεκκλήσια τα αφιερωμένα στη χάρη της ήταν στολισμένα με τα τελευταία ρόδα του καλοκαιριού. Ο κόσμος επισκεπτόταν τα ιερά προσκυνήματα, έκαιγε λιβάνια και λαμπάδες ταμένες για την υγεία και μακροημέρευση, ξενυχτούσε ευλαβικά στις ολονυχτίες κι άκουγε με δέος τους ιεροκήρυκες να καταδικάζουν τον έκφυλο βίο των αρχόντων και των απλών πληβείων, υποσχόμενοι μόνο τον κατηφορικό δρόμο και τα αιώνια μαρτύρια της κόλασης. Για εκείνους τα κλειδιά του παραδείσου ήταν χαμένα από τότε που η Εύα τρεμόπαιξε σκανδαλιάρικα τις βλεφαρίδες της στον Αδάμ. Ο ευλαβικός και έντιμος βίος ίσως να κατόρθωνε να απαλύνει τα βασανιστήρια που τους περίμεναν όταν θα έρχονταν αντιμέτωποι με το πυρ το αιώνιο. Όταν τέλειωναν οι λειτουργίες έβγαιναν έξω στους προαύλιους χώρους ή στους γύρω αγρούς και στριμώχνονταν γύρω από τους σαλτιμπάγκους, τους μίμους και τους ηθοποιούς που έστηναν αυτοσχέδιες σκηνές δίπλα ακριβώς στους καλόγερους που πουλούσαν εικόνες, θυμίαμα και – μυστικά πάντα – φυλαχτά με τίμιο ξύλο για τη βασκανία. Ξεχνούσαν και κόλαση και παράδεισο και παραδίνονταν αμαχητί στις επίγειες απολαύσεις της καθημερινότητας.
Πίσω από πανέρια με φρούτα και τάβλες με μελωμένα γλυκά μπορεί να 'βρισκες μια γριά πρόθυμη να κοιτάξει το χέρι σου και να σου πει τη μοίρα σου για μισό οβολό ή να χώσει κρυφά κάτω από το πέπλο σου το βοτάνι εκείνο που θα έφερνε πίσω τον άπιστο ερωμένο. Μα για να βρεις πιο δυνατά μάγια έπρεπε να πας νύχτα στο ταπεινό της δωμάτιο στους στενούς παράδρομους της Μέσης Οδού.
Η Θεανώ γύριζε από την πανήγυρη της Θεοτόκου Πανάχραντου με την παρακόρη της την Διώνη και τον δούλο τους τον Ευλάμπιο. Στις καμάρες του Φόρου του Αρκάδιου, έμποροι και μικροπουλητάδες διαλαλούσαν την πραμάτεια τους ελπίζοντας να τραβήξουν τη προσοχή και τα νομίσματα των περαστικών προσκυνητών. Μαζί μ’ αυτούς, πλήθος από αλήτες και ζητιάνους τριγύριζαν δήθεν αδιάφορα, έτοιμοι να εκμεταλλευθούν τους ανύποπτους και τους ελαφρόμυαλους. Η Θεανώ καλυμμένη με το γαλάζιο της πέπλο έριχνε κλεφτές ματιές στις πάνδημες γυναίκες που περνούσαν πλάι της και θαύμαζε άλλες για το νάζι τους και άλλες για τον ξεδιάντροπη ανεμελιά που πλησίαζαν τους άνδρες γύρω τους. Κάτω από το πέπλο της, είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό και τα μάτια ορθάνοιχτα από τις ολοφάνερες ερωτικές προκλήσεις που αντάλλασαν με τους πιθανούς πελάτες τους. Στα αθώα μάτια της φαίνονταν πανέμορφες, όμως σχεδόν όλες έμοιαζαν μεταξύ τους, με τα φανταχτερά κόκκινα και κίτρινα φορέματά τους και τα βαριά φορτωμένα πρόσωπά τους με ψιμμύθια. Σειρές ολόκληρες από βραχιόλια, στα χέρια και στα πόδια, και μακριά σκουλαρίκια κουδούνιζαν συνεχώς και μαζί με το κελαρυστό τους γέλιο δημιουργούσαν γύρω τους ένα σύννεφο χαράς έτοιμο να τυλίξει κάθε πρόθυμο και με γεμάτο πουγκί αρσενικό.
Μέσα στην οχλοβοή και το συνωστισμό η Θεανώ ένιωθε μαγεμένη και χαμένη ταυτόχρονα. Ο κόσμος την έσπρωχνε μπροστά και χωρίς να το καταλάβει απομακρύνθηκε από τους δικούς της ανθρώπους. Κρατώντας με το ένα χέρι σφιχτά τον πέπλο της κοίταζε γύρω-γύρω για να βρει τη Διώνη αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Νιώθοντας να της κόβεται η ανάσα και να την κυριεύει ο πανικός προσπάθησε να ξεφύγει από το κεντρικό ποτάμι των ανθρώπων και να χωθεί σε ένα παράδρομο. Εκεί θα μπορούσε να σκεφτεί ψύχραιμα τι να κάνει και πως θα γυρνούσε σπίτι της. Χρησιμοποιώντας τους αγκώνες της και με το κεφάλι σκυμμένο κατάφερε να μπει σε ένα στενό πλακόστρωτο, όχι μεγαλύτερο από το άνοιγμα μιας θύρας. Μυρωδιά μούχλας και ακαθαρσίας την περικύκλωσε όμως αυτό ήταν το λιγότερο. Ένας σκυφτός άντρας είχε στριμώξει σε μιαν άκρη μια γυναίκα με παρδαλό χιτώνα και είχε απλώσει τα βρώμικα χέρια του κάτω από τα ρούχα της. Η γυναίκα προσπαθούσε με νύχια και με δόντια να τον αποκρούσει όμως εκείνος την άρπαξε από το λαιμό και κόλλησε το στόμα του στο δικό της. Η γυναίκα τον δάγκωσε με δύναμη κι εκείνος έκανε πίσω ξαφνιασμένος αλλά μόνο για μια στιγμή. Έγλειψε το ματωμένο του χείλος και με λύσσα τη χτύπησε στο πρόσωπο.
«Κούρβα!» σφύριξε σαν φίδι και ξανάπεσε πάνω της, «σκόπευα να σου δώσω κάτι για τον κόπο σου, αλλά τώρα θα κάτσεις και δεν θα πάρεις οβολό.»
Η γυναίκα ζαλισμένη γύρισε το κεφάλι προς το μέρος της και τότε η Θεανώ είδε όμορφα χαρακτηριστικά παραμορφωμένα από την σιχασιά και τον τρόμο. Η γυναίκα μόλις την είδε κούνησε τα χείλη της σε ένα άφωνο «Σώσε με» αλλά μετά αναγνωρίζοντας ότι απευθυνόταν σε μια τίμια γυναίκα, απέστρεψε με ντροπή το πρόσωπό της και εγκατέλειψε τον αγώνα.
Η Θεανώ είχε ταραχτεί αλλά παρέμεινε ακίνητη. Αν και παρθένα κόρη, δεν της ήταν άγνωστες οι ιδιαίτερες στιγμές ανάμεσα σε μια γυναίκα και έναν άντρα. Ζούσε σε ένα σπίτι με τόσους δούλους που δεν ήταν απίθανο να βρεθεί αναπάντεχα μάρτυρας σε κάποια πολύ αποκαλυπτική στάση, ειδικά όταν δεν το περίμενε, όπως στο κελάρι, δίπλα στα βαρέλια ή πίσω από μια κολόνα στο περιστύλιο όταν έβγαινε στην εσωτερική αυλή τις ζεστές νύχτες. Αμέσως μετά, άκουγε ολόκληρη κατήχηση από τον πατέρα της που της απαγόρευε να ξανακατεβεί στα υπόγεια ή να βγαίνει από το δωμάτιό της τη νύχτα.
Αυτό που έβλεπε όμως τώρα μπροστά της, της προκαλούσε αηδία και μαζί με τη βουβή παράκληση της γυναίκας ένιωσε την ανάγκη να κάνει κάτι για να τη βοηθήσει. Κοίταξε πίσω της στην κεντρική οδό και με ανακούφιση κάπου είδε το κεφάλι του Ευλάμπιου. Θα μπορούσε να φύγει από εκείνο το στενό δρομάκι και να ξεχάσει όλα όσα είδε, όμως ένα χέρι της έσφιγγε το στομάχι. Γύρισε πάλι μέσα στην κίνηση και τράβηξε προς το μέρος του δούλου της. Μέσα στη φασαρία προσπάθησε να του εξηγήσει τι ήθελε κι άρχισε να τον τραβάει προς το δρομάκι, παρά τις διαμαρτυρίες του. Όταν μπήκαν ξανά στο στενό ο άντρας είχε εξαφανιστεί αλλά η γυναίκα ήταν καθισμένη στο πλακόστρωτο με το κεφάλι γερμένο στο πλάι και τα μάτια κλειστά. Τρέμοντας για το χειρότερο η Θεανώ κι ο δούλος της την πλησίασαν και τότε είδαν ένα κόκκινο ρυάκι να κυλά ανάμεσα στα ανοιχτά της πόδια. Παραδίπλα της ένα μαύρο κουβάρι από ρούχα φάνηκε να κινείται κι ένα τρομαγμένο προσωπάκι ξεκόλλησε και σηκώθηκε προς τα πάνω. Βλέποντας την καλοσύνη στα μάτια της Θεανώς, τραύλισε:
«Π-π-π-πέθανε;»
«Όχι, μη φοβάσαι, μόνο κοιμάται. Θα γίνει καλά η μητέρα σου», προσπάθησε να τον καθησυχάσει αλλά το αίμα που έβλεπε την έκανε να ανησυχεί.
«Δεν είναι η μητέρα μου, είναι η αδερφή μου. Μελίτη την λένε», είπε ο μικρός και σκούπισε με το μανίκι του τη μύτη του που έτρεχε. «Εγώ είμαι ο Νικόλαος, αλλά όλοι με ξέρουν Ποντικό».
Ο Ευλάμπιος γέλασε και σήκωσε σαν πούπουλο την αναίσθητη κοπέλα στα χέρια του.
«Πες μας που μένετε για να την πάμε ως εκεί και να την κάνουμε καλά».
«Σ’ ένα δωμάτιο πάνω από το καπηλειό του Αναστάσιου» είπε ο μικρός σιγανά και πήρε το χέρι της αδερφής του στο δικό του. «Πάμε τότε, Ποντικούλη», είπε η Θεανώ «δείξε μας το δρόμο» και πιάνοντας τον μικρό από το άλλο χέρι έκανε να ξεκινήσει. Ο Ευλάμπιος όμως δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Κοίταξε η Θεανώ και είδε το προβληματισμένο του πρόσωπο «Όχι, κυρά μου, δεν θα πάμε εκεί, ακόμη κι αν χρειαστεί να κουβαλήσω το κορίτσι σ’ ολάκερη τη Πόλη». Η Θεανώ έμεινε με το στόμα ανοιχτό για την ασέβεια του δούλου της, και ήταν έτοιμη να τον αποπάρει, όμως το πεισμωμένο βλέμμα του γρήγορα την έκανε να καταλάβει και να κατεβάσει το κεφάλι με ντροπή. «Α! Είναι τέτοιο σπίτι!». Αναστενάζοντας πήρε την αμέσως επόμενη λογική απόφαση,
«Πάμε τότε στο δικό μας σπίτι» και κρατώντας το Ποντικό ανάμεσα σ’ εκείνη και τη Διώνη ξεκίνησαν την αργή πορεία τους για την επιστροφή.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου