Πέμπτη 18 Αυγούστου 2011

Θεανώ (4)

Ανατρίχιασε και μόνο στην σκέψη. Εδώ δεν είχε να κάνει με χαμίνια, αλλά με κακούργους που δεν θα δίσταζαν να τους αιματοκυλίσουν για να τους γδύσουν από τα λιγοστά τους υπάρχοντα ή ακόμη χειρότερο να την ατιμάσουν και μετά να την σκοτώσουν. Ναι, είχε δίκιο ο πατέρας της, αλλά το παλάτι ήταν μακριά, στα βόρεια της πόλης και στην κατάστασή του ήταν σχεδόν σίγουρο πως δεν θα προλάβαιναν να φτάσουν πριν τον εσπερινό. Όπως κι αν είχε δεν μπορούσαν να μείνουν άλλο στο σημείο που βρίσκονταν.

Άνθρωποι τους προσπερνούσαν φορτωμένοι σαν υποζύγια. Άντρες κουβαλώντας στη πλάτη τους γέροντες και μικρά παιδιά, και γυναίκες με τα λιγοστά τους υπάρχοντα παραχωμένα σε κουρελόμπογους. Εκείνη όμως πως θα μετέφερε το γρο πατέρα της που δεν ήταν σε θέση να κάνει ούτε δυο βήματα μόνος για να περάσει απέναντι στο δρόμο και σε καμία περίπτωση να διασχίσει ολόκληρη την πόλη για να φτάσει μέχρι το παλάτι.
Αλλά ακόμη κι αν έφταναν στις Βλαχέρνες, δεν ήξερε αν θα δέχονταν να τους κρατήσουν έστω και για μια νύχτα, ειδικά μετά τη δυσμένεια στην οποία είχαν πέσει όλοι οι ευνοούμενοι του προηγούμενου αυτοκράτορα και ειδικά οι αστρολόγοι. Τους κατηγορούσαν ακόμη πως αυτοί ήταν υπαίτιοι για την αναποφασιστικότητα του αυτοκράτορα και στο τέλος για όλες τις λάθος κινήσεις του. Ο πατέρας της βέβαια προτιμούσε να μην μένει στο παλάτι και έδινε τις συμβουλές του μόνο στην αυτοκράτειρα μέσω του ευνούχου του βασιλικού γυναικωνίτη, του Θεόφιλου. Τον τελευταίο καιρό μάλιστα κανείς από την αριστοκρατία δεν τους είχε επισκεφτεί ανοιχτά, όμως τους έρχονταν κρυφά μηνύματα και ζητούμενα από άρχοντες κι αρχόντισσες που δεν ήθελαν να γίνουν στόχος στους δημαγωγούς στις πλατείες. Χαμένη στις σκέψεις της δεν κατάλαβε πως κάποιος την τραβούσε από το μανίκι. Γύρισε αφηρημένη και είδε μπροστά της ένα μουτζουρωμένο μουτράκι, με τεράστια μάτια πλημυρισμένα με δάκρυα έτοιμα να κατρακυλίσουν.
«Κυρά, να σου πω…», ξεκίνησε να λέει μα αμέσως σταμάτησε καθώς τα δάκρυα άρχισαν να σχηματίζουν βρώμικα ρυάκια στα μάγουλά του και να πνίγεται από τα αναφιλλητά.
Η Θεανώ αναγνωρίζοντας το μικρό αγόρι και ξεχνώντας για μια στιγμή το δικό της δράμα έπιασε το μικρό αγόρι από τα χέρια και το τράβηξε στην αγκαλιά της.
«Μικρέ μου Ποντικέ, ποντικάκι μου, είσαι καλά;» Η χαρά της που είδε ένα γνώριμο πρόσωπο ήταν τόση που έχωσε το πρόσωπό της στον ώμο του μικρού κι άρχισε να κλαίει κι αυτή μαζί του. Όταν κάποια στιγμή τα δάκρυα φάνηκαν να στερεύουν και στους δυό τους ο μικρός ξεκόλλησε από πάνω της και σκούπισε με την ανάστροφη του χεριού του το μουσκεμένο του πρόσωπο.
«Κυρά, πρέπει να φύγετε από ‘δω. Όλα κάηκαν. Ελάτε μαζί μου στο σπίτι της αδερφής μου. Εκεί πίσω, στην Αγία Ευφημία τα σπίτια δεν κάηκαν. Ελάτε μαζί μου, κυρά, σου το χρωστάω χάρη…» τα είπε όλα με μια ανάσα, σαν να ήθελε να την προλάβει, προτού εκείνη φέρει αντιρρήσεις. Μια χάρη χρωστούμενη από παλιά και τώρα έβλεπε ο μικρός αλητάκος πως αυτός ήταν ο καλύτερος τρόπος, γι αυτόν και την αδερφή του, να ανταποδώσουν την καλοσύνη της κυράς του.
Η Θεανώ έμεινε για λίγο σκεφτική. Ήταν μια ευκαιρία να ξαπλώσει ο πατέρας της σε καθαρό κρεβάτι χωρίς να τον ταλαιπωρεί άλλο. Αλλά και πάλι… στο σπίτι της Μελίτης;
Αυτό ήταν μια εντελώς διαφορετική υπόθεση…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου