Τρίτη 23 Αυγούστου 2011

Θεανώ (5)


Αύγουστος 1201

Η Πόλη γιόρταζε τη Μεγαλόχαρη και οι άπειρες εκκλησίες, τα μοναστήρια και τα παρεκκλήσια τα αφιερωμένα στη χάρη της ήταν στολισμένα με τα τελευταία ρόδα του καλοκαιριού. Ο κόσμος επισκεπτόταν τα ιερά προσκυνήματα, έκαιγε λιβάνια και λαμπάδες ταμένες για την υγεία και μακροημέρευση, ξενυχτούσε ευλαβικά στις ολονυχτίες κι άκουγε με δέος τους ιεροκήρυκες να καταδικάζουν τον έκφυλο βίο των αρχόντων και των απλών πληβείων, υποσχόμενοι μόνο τον κατηφορικό δρόμο και τα αιώνια μαρτύρια της κόλασης. Για εκείνους τα κλειδιά του παραδείσου ήταν χαμένα από τότε που η Εύα τρεμόπαιξε σκανδαλιάρικα τις βλεφαρίδες της στον Αδάμ. Ο ευλαβικός και έντιμος βίος ίσως να κατόρθωνε να απαλύνει τα βασανιστήρια που τους περίμεναν όταν θα έρχονταν αντιμέτωποι με το πυρ το αιώνιο. Όταν τέλειωναν οι λειτουργίες έβγαιναν έξω στους προαύλιους χώρους ή στους γύρω αγρούς και στριμώχνονταν γύρω από τους σαλτιμπάγκους, τους μίμους και τους ηθοποιούς που έστηναν αυτοσχέδιες σκηνές δίπλα ακριβώς στους καλόγερους που πουλούσαν εικόνες, θυμίαμα και – μυστικά πάντα – φυλαχτά με τίμιο ξύλο για τη βασκανία. Ξεχνούσαν και κόλαση και παράδεισο και παραδίνονταν αμαχητί στις επίγειες απολαύσεις της καθημερινότητας.
Πίσω από πανέρια με φρούτα και τάβλες με μελωμένα γλυκά μπορεί να 'βρισκες μια γριά πρόθυμη να κοιτάξει το χέρι σου και να σου πει τη μοίρα σου για μισό οβολό ή να χώσει κρυφά κάτω από το πέπλο σου το βοτάνι εκείνο που θα έφερνε πίσω τον άπιστο ερωμένο. Μα για να βρεις πιο δυνατά μάγια έπρεπε να πας νύχτα στο ταπεινό της δωμάτιο στους στενούς παράδρομους της Μέσης Οδού.
Η Θεανώ γύριζε από την πανήγυρη της Θεοτόκου Πανάχραντου με την παρακόρη της την Διώνη και τον δούλο τους τον Ευλάμπιο. Στις καμάρες του Φόρου του Αρκάδιου, έμποροι και μικροπουλητάδες διαλαλούσαν την πραμάτεια τους ελπίζοντας να τραβήξουν τη προσοχή και τα νομίσματα των περαστικών προσκυνητών. Μαζί μ’ αυτούς, πλήθος από αλήτες και ζητιάνους τριγύριζαν δήθεν αδιάφορα, έτοιμοι να εκμεταλλευθούν τους ανύποπτους και τους ελαφρόμυαλους. Η Θεανώ καλυμμένη με το γαλάζιο της πέπλο έριχνε κλεφτές ματιές στις πάνδημες γυναίκες που περνούσαν πλάι της και θαύμαζε άλλες για το νάζι τους και άλλες για τον ξεδιάντροπη ανεμελιά που πλησίαζαν τους άνδρες γύρω τους. Κάτω από το πέπλο της, είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό και τα μάτια ορθάνοιχτα από τις ολοφάνερες ερωτικές προκλήσεις που αντάλλασαν με τους πιθανούς πελάτες τους. Στα αθώα μάτια της φαίνονταν πανέμορφες, όμως σχεδόν όλες έμοιαζαν μεταξύ τους, με τα φανταχτερά κόκκινα και κίτρινα φορέματά τους και τα βαριά φορτωμένα πρόσωπά τους με ψιμμύθια. Σειρές ολόκληρες από βραχιόλια, στα χέρια και στα πόδια, και μακριά σκουλαρίκια κουδούνιζαν συνεχώς και μαζί με το κελαρυστό τους γέλιο δημιουργούσαν γύρω τους ένα σύννεφο χαράς έτοιμο να τυλίξει κάθε πρόθυμο και με γεμάτο πουγκί αρσενικό.
Μέσα στην οχλοβοή και το συνωστισμό η Θεανώ ένιωθε μαγεμένη και χαμένη ταυτόχρονα. Ο κόσμος την έσπρωχνε μπροστά και χωρίς να το καταλάβει απομακρύνθηκε από τους δικούς της ανθρώπους. Κρατώντας με το ένα χέρι σφιχτά τον πέπλο της κοίταζε γύρω-γύρω για να βρει τη Διώνη αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Νιώθοντας να της κόβεται η ανάσα και να την κυριεύει ο πανικός προσπάθησε να ξεφύγει από το κεντρικό ποτάμι των ανθρώπων και να χωθεί σε ένα παράδρομο. Εκεί θα μπορούσε να σκεφτεί ψύχραιμα τι να κάνει και πως θα γυρνούσε σπίτι της. Χρησιμοποιώντας τους αγκώνες της και με το κεφάλι σκυμμένο κατάφερε να μπει σε ένα στενό πλακόστρωτο, όχι μεγαλύτερο από το άνοιγμα μιας θύρας. Μυρωδιά μούχλας και ακαθαρσίας την περικύκλωσε όμως αυτό ήταν το λιγότερο. Ένας σκυφτός άντρας είχε στριμώξει σε μιαν άκρη μια γυναίκα με παρδαλό χιτώνα και είχε απλώσει τα βρώμικα χέρια του κάτω από τα ρούχα της. Η γυναίκα προσπαθούσε με νύχια και με δόντια να τον αποκρούσει όμως εκείνος την άρπαξε από το λαιμό και κόλλησε το στόμα του στο δικό της. Η γυναίκα τον δάγκωσε με δύναμη κι εκείνος έκανε πίσω ξαφνιασμένος αλλά μόνο για μια στιγμή. Έγλειψε το ματωμένο του χείλος και με λύσσα τη χτύπησε στο πρόσωπο.
«Κούρβα!» σφύριξε σαν φίδι και ξανάπεσε πάνω της, «σκόπευα να σου δώσω κάτι για τον κόπο σου, αλλά τώρα θα κάτσεις και δεν θα πάρεις οβολό.»
Η γυναίκα ζαλισμένη γύρισε το κεφάλι προς το μέρος της και τότε η Θεανώ είδε όμορφα χαρακτηριστικά παραμορφωμένα από την σιχασιά και τον τρόμο. Η γυναίκα μόλις την είδε κούνησε τα χείλη της σε ένα άφωνο «Σώσε με» αλλά μετά αναγνωρίζοντας ότι απευθυνόταν σε μια τίμια γυναίκα, απέστρεψε με ντροπή το πρόσωπό της και εγκατέλειψε τον αγώνα.
Η Θεανώ είχε ταραχτεί αλλά παρέμεινε ακίνητη. Αν και παρθένα κόρη, δεν της ήταν άγνωστες οι ιδιαίτερες στιγμές ανάμεσα σε μια γυναίκα και έναν άντρα. Ζούσε σε ένα σπίτι με τόσους δούλους που δεν ήταν απίθανο να βρεθεί αναπάντεχα μάρτυρας σε κάποια πολύ αποκαλυπτική στάση, ειδικά όταν δεν το περίμενε, όπως στο κελάρι, δίπλα στα βαρέλια ή πίσω από μια κολόνα στο περιστύλιο όταν έβγαινε στην εσωτερική αυλή τις ζεστές νύχτες. Αμέσως μετά, άκουγε ολόκληρη κατήχηση από τον πατέρα της που της απαγόρευε να ξανακατεβεί στα υπόγεια ή να βγαίνει από το δωμάτιό της τη νύχτα.
Αυτό που έβλεπε όμως τώρα μπροστά της, της προκαλούσε αηδία και μαζί με τη βουβή παράκληση της γυναίκας ένιωσε την ανάγκη να κάνει κάτι για να τη βοηθήσει. Κοίταξε πίσω της στην κεντρική οδό και με ανακούφιση κάπου είδε το κεφάλι του Ευλάμπιου. Θα μπορούσε να φύγει από εκείνο το στενό δρομάκι και να ξεχάσει όλα όσα είδε, όμως ένα χέρι της έσφιγγε το στομάχι. Γύρισε πάλι μέσα στην κίνηση και τράβηξε προς το μέρος του δούλου της. Μέσα στη φασαρία προσπάθησε να του εξηγήσει τι ήθελε κι άρχισε να τον τραβάει προς το δρομάκι, παρά τις διαμαρτυρίες του. Όταν μπήκαν ξανά στο στενό ο άντρας είχε εξαφανιστεί αλλά η γυναίκα ήταν καθισμένη στο πλακόστρωτο με το κεφάλι γερμένο στο πλάι και τα μάτια κλειστά. Τρέμοντας για το χειρότερο η Θεανώ κι ο δούλος της την πλησίασαν και τότε είδαν ένα κόκκινο ρυάκι να κυλά ανάμεσα στα ανοιχτά της πόδια. Παραδίπλα της ένα μαύρο κουβάρι από ρούχα φάνηκε να κινείται κι ένα τρομαγμένο προσωπάκι ξεκόλλησε και σηκώθηκε προς τα πάνω. Βλέποντας την καλοσύνη στα μάτια της Θεανώς, τραύλισε:
«Π-π-π-πέθανε;»
«Όχι, μη φοβάσαι, μόνο κοιμάται. Θα γίνει καλά η μητέρα σου», προσπάθησε να τον καθησυχάσει αλλά το αίμα που έβλεπε την έκανε να ανησυχεί.
«Δεν είναι η μητέρα μου, είναι η αδερφή μου. Μελίτη την λένε», είπε ο μικρός και σκούπισε με το μανίκι του τη μύτη του που έτρεχε. «Εγώ είμαι ο Νικόλαος, αλλά όλοι με ξέρουν Ποντικό».
Ο Ευλάμπιος γέλασε και σήκωσε σαν πούπουλο την αναίσθητη κοπέλα στα χέρια του.
«Πες μας που μένετε για να την πάμε ως εκεί και να την κάνουμε καλά».
«Σ’ ένα δωμάτιο πάνω από το καπηλειό του Αναστάσιου» είπε ο μικρός σιγανά και πήρε το χέρι της αδερφής του στο δικό του. «Πάμε τότε, Ποντικούλη», είπε η Θεανώ «δείξε μας το δρόμο» και πιάνοντας τον μικρό από το άλλο χέρι έκανε να ξεκινήσει. Ο Ευλάμπιος όμως δεν κουνήθηκε από τη θέση του. Κοίταξε η Θεανώ και είδε το προβληματισμένο του πρόσωπο «Όχι, κυρά μου, δεν θα πάμε εκεί, ακόμη κι αν χρειαστεί να κουβαλήσω το κορίτσι σ’ ολάκερη τη Πόλη». Η Θεανώ έμεινε με το στόμα ανοιχτό για την ασέβεια του δούλου της, και ήταν έτοιμη να τον αποπάρει, όμως το πεισμωμένο βλέμμα του γρήγορα την έκανε να καταλάβει και να κατεβάσει το κεφάλι με ντροπή. «Α! Είναι τέτοιο σπίτι!». Αναστενάζοντας πήρε την αμέσως επόμενη λογική απόφαση,
«Πάμε τότε στο δικό μας σπίτι» και κρατώντας το Ποντικό ανάμεσα σ’ εκείνη και τη Διώνη ξεκίνησαν την αργή πορεία τους για την επιστροφή.


Πέμπτη 18 Αυγούστου 2011

Θεανώ (4)

Ανατρίχιασε και μόνο στην σκέψη. Εδώ δεν είχε να κάνει με χαμίνια, αλλά με κακούργους που δεν θα δίσταζαν να τους αιματοκυλίσουν για να τους γδύσουν από τα λιγοστά τους υπάρχοντα ή ακόμη χειρότερο να την ατιμάσουν και μετά να την σκοτώσουν. Ναι, είχε δίκιο ο πατέρας της, αλλά το παλάτι ήταν μακριά, στα βόρεια της πόλης και στην κατάστασή του ήταν σχεδόν σίγουρο πως δεν θα προλάβαιναν να φτάσουν πριν τον εσπερινό. Όπως κι αν είχε δεν μπορούσαν να μείνουν άλλο στο σημείο που βρίσκονταν.

Άνθρωποι τους προσπερνούσαν φορτωμένοι σαν υποζύγια. Άντρες κουβαλώντας στη πλάτη τους γέροντες και μικρά παιδιά, και γυναίκες με τα λιγοστά τους υπάρχοντα παραχωμένα σε κουρελόμπογους. Εκείνη όμως πως θα μετέφερε το γρο πατέρα της που δεν ήταν σε θέση να κάνει ούτε δυο βήματα μόνος για να περάσει απέναντι στο δρόμο και σε καμία περίπτωση να διασχίσει ολόκληρη την πόλη για να φτάσει μέχρι το παλάτι.
Αλλά ακόμη κι αν έφταναν στις Βλαχέρνες, δεν ήξερε αν θα δέχονταν να τους κρατήσουν έστω και για μια νύχτα, ειδικά μετά τη δυσμένεια στην οποία είχαν πέσει όλοι οι ευνοούμενοι του προηγούμενου αυτοκράτορα και ειδικά οι αστρολόγοι. Τους κατηγορούσαν ακόμη πως αυτοί ήταν υπαίτιοι για την αναποφασιστικότητα του αυτοκράτορα και στο τέλος για όλες τις λάθος κινήσεις του. Ο πατέρας της βέβαια προτιμούσε να μην μένει στο παλάτι και έδινε τις συμβουλές του μόνο στην αυτοκράτειρα μέσω του ευνούχου του βασιλικού γυναικωνίτη, του Θεόφιλου. Τον τελευταίο καιρό μάλιστα κανείς από την αριστοκρατία δεν τους είχε επισκεφτεί ανοιχτά, όμως τους έρχονταν κρυφά μηνύματα και ζητούμενα από άρχοντες κι αρχόντισσες που δεν ήθελαν να γίνουν στόχος στους δημαγωγούς στις πλατείες. Χαμένη στις σκέψεις της δεν κατάλαβε πως κάποιος την τραβούσε από το μανίκι. Γύρισε αφηρημένη και είδε μπροστά της ένα μουτζουρωμένο μουτράκι, με τεράστια μάτια πλημυρισμένα με δάκρυα έτοιμα να κατρακυλίσουν.
«Κυρά, να σου πω…», ξεκίνησε να λέει μα αμέσως σταμάτησε καθώς τα δάκρυα άρχισαν να σχηματίζουν βρώμικα ρυάκια στα μάγουλά του και να πνίγεται από τα αναφιλλητά.
Η Θεανώ αναγνωρίζοντας το μικρό αγόρι και ξεχνώντας για μια στιγμή το δικό της δράμα έπιασε το μικρό αγόρι από τα χέρια και το τράβηξε στην αγκαλιά της.
«Μικρέ μου Ποντικέ, ποντικάκι μου, είσαι καλά;» Η χαρά της που είδε ένα γνώριμο πρόσωπο ήταν τόση που έχωσε το πρόσωπό της στον ώμο του μικρού κι άρχισε να κλαίει κι αυτή μαζί του. Όταν κάποια στιγμή τα δάκρυα φάνηκαν να στερεύουν και στους δυό τους ο μικρός ξεκόλλησε από πάνω της και σκούπισε με την ανάστροφη του χεριού του το μουσκεμένο του πρόσωπο.
«Κυρά, πρέπει να φύγετε από ‘δω. Όλα κάηκαν. Ελάτε μαζί μου στο σπίτι της αδερφής μου. Εκεί πίσω, στην Αγία Ευφημία τα σπίτια δεν κάηκαν. Ελάτε μαζί μου, κυρά, σου το χρωστάω χάρη…» τα είπε όλα με μια ανάσα, σαν να ήθελε να την προλάβει, προτού εκείνη φέρει αντιρρήσεις. Μια χάρη χρωστούμενη από παλιά και τώρα έβλεπε ο μικρός αλητάκος πως αυτός ήταν ο καλύτερος τρόπος, γι αυτόν και την αδερφή του, να ανταποδώσουν την καλοσύνη της κυράς του.
Η Θεανώ έμεινε για λίγο σκεφτική. Ήταν μια ευκαιρία να ξαπλώσει ο πατέρας της σε καθαρό κρεβάτι χωρίς να τον ταλαιπωρεί άλλο. Αλλά και πάλι… στο σπίτι της Μελίτης;
Αυτό ήταν μια εντελώς διαφορετική υπόθεση…

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2011

Θεανώ (3)

Ο δυνατός βήχας την ανάγκασε να ανοίξει τα μάτια της. Το δυνατό φως του ήλιου την θάμπωσε και σήκωσε το χέρι της για να προστατευτεί. Σιγά σιγά άρχισε να συνειδητοποιεί τον κόσμο γύρω της. Αρκετοι άνθρωποι ήταν σκυμμένοι πάνω της και την κοιτούσαν. Στα πρόσωπά τους έβλεπε την περιέργεια και την συμπόνοια. Κατάλαβε πως ήταν ξαπλωμένη στο δρόμο και είδε τα περαστικά σύννεφα καπνού πάνω από το κεφάλι της.
Γρήγορα γύρισε στο πλάι και είδε τον πατέρα της ξαπλωμένο δίπλα της με τα μάτια κλειστά. Φοβισμένη και μη θέλοντας να σκεφτεί το χειρότερο ανασηκώθηκε και έσκυψε πάνω του.
«Πατέρα», του μίλησε με χαμηλή φωνή σαν να μην ήθελε να τον τρομάξει, «Πατέρα, με ακούς;» ξαναρώτησε λίγο πιο δυνατά αυτή τη φορά. Από τα χείλη του γέρου βγήκε ένας αναστεναγμός και μετά ένα αργόσυρτο βογκητό. Ανακουφισμένη η Θεανώ, κάθισε δίπλα του και προσπάθησε να εκτιμήσει την κατάσταση. Δόξα τω θεώ, ήταν ακόμη ζωντανός όμως αν δεν τον εξέταζε κανονικά δεν μπορούσε να καταλάβει πόσο σοβαρά ήταν τραυματισμένος.
Οι άνθρωποι γύρω της άρχισαν να αραιώνουν καθώς έβλεπαν πως μάλλον δεν υπήρχε κάποιο δράμα για να τους συγκινήσει, κι έτσι άρχισαν να χάνουν το ενδιαφέρον τους. Άλλωστε οι περισσότεροι χτυπημένοι κι ίδιοι από το ξαφνικό κακό φαίνονταν βιαστικοί να φύγουν από τον τόπο της καταστροφής.
Η Θεανώ ασυναίσθητα σήκωσε το χέρι της για να σπρώξει πίσω τα μαλλιά της, μια κίνηση μηχανική που έκανε κάθε φορά που βρισκόταν μπροστά σε ένα δύσκολο πρόβλημα. Το χέρι σύρθηκε πάνω σε ένα τραχύ κομμάτι δέρματος. Πανικόβλητη σήκωσε και τα δυό της χέρια, αλλά μάταια. Το μόνο που ακούμπησε ήταν μια μάζα από καμμένες τρίχες, κολλημένες σχεδόν πάνω στο κεφάλι της.
Ένιωσε όπως όταν έπιανε τα χοντρά μάλλινα υφάσματα που ύφαιναν οι παρακόρες τους. Εκείνα τα χοντρά ρούχα, φτιαγμένα από δεύτερης ποιότητας μαλλί, κατσικίσιο τις περισσότερες φορές, το πουλούσαν οι υπηρέτες στην αγορά για να βγάζουν λίγα νομίσματα παραπάνω και να συμπληρώνουν έτσι το χαμηλό τους εισόδημα. Φτωχοί εργάτες, αχθοφόροι στο λιμάνι ή από εκείνους που δούλευαν στα πλινθοποιεία, ήταν οι αγοραστές τους.
Αργά, κατέβασε το δεξί της χέρι πάνω στο πρόσωπό της και ψηλάφησε το δεξί της κρόταφο. Κάτι υγρό κυλούσε από εκεί και όταν έφερε το χέρι μπροστά στα μάτια της το είδε να γυαλίζει από ένα κιτρινωπό υγρό. Με υπομονή ψηλάφισε τα φρύδια της ή μάλλον το μέρος όπου έπρεπε να υπάρχουν φρύδια, γιατί τώρα δεν υπήρχε τίποτε. Ούτε ματόκλαδα, αυτό ήταν σίγουρο, ενώ τα μάτια της έτσουζαν και έκαιγαν από τον καπνό.
Άλλο ένα βογγητό από το στόμα του πατέρα της την ανάγκασε να γυρίσει το κεφάλι της. Είχε ανοίξει τα μάτια του όμως το βλέμμα του έμεινε καρφωμένο ατενίζοντας τον χλωμό ουρανό.
«Θεανώ», προσπάθησε να ψιθυρίσει μα εκείνη περισσότερο κατάλαβε τι ήθελε να πει παρά τον άκουσε αφού από τα χείλη του δεν βγήκε κανένας ήχος.
«Εδώ είμαι, μην κουράζεσαι», η δική της φωνή βγήκε τρεμάμενη κι έτοιμη να κλάψει. «Θα σου φέρω λίγο νερό να δροσιστείς» συμπλήρωσε και σηκώθηκε με κόπο.
Τα πολλά στρώματα των ρούχων που φόραγε την είχαν προστατέψει από τη φωτιά όμως δυσκόλευαν τις κινήσεις της. Από την άλλη μεριά η υπεράνθρωπη προσπάθεια που είχε καταβάλλει για να μεταφέρει το αναίσθητο σώμα του πατέρα της έκανε κάθε μυ του σώματος της να διαμαρτύρεται οδυνηρά στην παραμικρή της κίνηση.
Στον κεντρικό δρόμο, μερικά βήματα πιο πέρα υπήρχε μια μεγάλη κρήνη. Περπατώντας όσο πιο γρήγορα μπορούσε και προσπερνώντας καμένα ερείπια και περίεργους περαστικούς, έφτασε στη μαρμάρινη στέρνα μα εκεί κοντοστάθηκε. Το νερό ήταν γκρίζο από τις στάχτες κι έτσι κι αλλιώς δεν είχε με τι να το μεταφέρει πίσω στον άρρωστο.
Μην μπορώντας να σκεφτεί τίποτε άλλο, έσκυψε και έπλυνε τα χέρια της και το πρόσωπό της. Καθώς έσκυβε το κεφάλι της, με την άκρη του ματιού της πρόσεξε στον πάτο της κρήνης ένα σπασμένο κανάτι. Άπλωσε το χέρι της αλλά δεν μπορούσε να το πιάσει. Έπρεπε λοιπόν να μπεί μέσα στην κρήνη ολόκληρη. Χωρίς να διστάσει, σήκωσε τα ρούχα της ψηλά, προσφέροντας στους περαστικούς το υπέροχο θέαμα των κατάλευκων ποδιών της και τσαλαβούτησε στα νερά.
Επιδοκιμαστικά σφυρίγματα ακούστηκαν γύρω της και είδε μερικά από τα χαμίνια που πάντα μαζεύονταν γύρω από την πλατεία να ποδοκροτούν σαν δαιμονισμένα. Σπάνια είχαν την ευκαιρία να δούν τόση πολλή γυναικεία σάρκα εκτεθειμένη, πόσο μάλλον από μια αρχόντισσα όπως φανέρωναν τα ρούχα της.
Πήρε το σπασμένο κανάτι κι αφού βεβαιώθηκε πως μπορούσε να μεταφέρει μ’ αυτό λίγο νερό ξαναβγήκε από την κρήνη, με μουσκεμένα ρούχα αλλά ικανοποιημένη. Κρατώντας το πολύτιμο φορτίο της με προσοχή, πέρασε μπροστά από τα χαμίνια με όση αξιοπρέπεια της είχε απομείνει και το κεφάλι ψηλά.
«Ουουουου!» άκουσε πίσω της τα χάχανα της αλητείας και η οργή της ξεχείλησε. Αυτό παραπήγαινε. Αρκετά. Ακούμπησε κάτω το πήλινο δοχείο και πήρε μια στρογγυλή πέτρα που βρήκε κοντά της. Γυρνώντας πιο γρήγορα κι από γάτα, την εκσφενδόνισε με όση δύναμη μπορούσε στο χαμίνι που βρισκόταν στο κέντρο της παρέας και έκανε την περισσότερη φασαρία. Η πέτρα βρήκε το στόχο της και μια πονεμένη κραυγή ήταν η απάντηση. Καθώς έσκυβε να πάρει και δεύτερη πέτρα, τα είδε να τρέπονται σε φυγή και να εξαφανίζονται στο πρώτο δρομάκι.
Τα παιδικά της χρόνια στο κτήμα του αυτοκράτορα στην Μοσυνούπολη την είχαν διδάξει πως ήταν καλύτερα να μην αφήνει τέτοιες προκλήσεις αναπάντητες. Της είχε στοιχήσει κάμποσες μελανιές στο παιδικό της σώμα αλλά και τελικά τον σεβασμό των υπόλοιπων παιδιών στο κτήμα. Μετά τον πρώτο χρόνο, κανένα δεν είχε τολμήσει να την ξαναπειράξει αν δεν ήθελε να ρισκάρει να βρεθεί με μώλωπες και ανοιγμένο κεφάλι.
Γρήγορα έδιωξε τις ευτυχισμένες εικόνες από το μυαλό της, πήρε το κανάτι της και γύρισε στον πατέρα της. Όση ώρα έλειπε, εκείνος είχε ανακαθίσει και κοιτούσε σαν χαμένος γύρω του.
Η Θεανώ γονάτισε δίπλα του και με προσοχή του έδωσε να πιεί λίγο νερό. Ύστερα από μερικές γουλιές, εκείνος έσπρωξε το κανάτι με το χέρι του και προσπάθησε να μιλήσει:
«Βοήθησε… να σηκωθώ…». Η Θεανώ προσπάθησε να τον κάνει να ησυχάσει, όμως εκείνος επέμενε.
«Πρέπει να… φύγουμε… στο παλάτι… να πάμε στο παλάτι».
Μιλούσε με κόπο, με ενδιάμεσες διακοπές από τον βήχα που τον έπνιγε και ήταν φανερά ανήσυχος.
Η Θεανώ τον κοίταξε με συμπόνοια. Καταλάβαινε την ανησυχία του. Έπρεπε να βρουν κατάλυμα προτού πέσει η νύχτα. Όλοι ήξεραν πόσο επικίνδυνη ήταν η νύχτα στη βασιλεύουσα, και τώρα με το χάος που επικρατούσε οι νυχτερινοί δρόμοι θα παραδίνονταν ανεξέλεγκτα σε κάθε λογής πλιατσικολόγους, ρουφιάνους και αντεροβγάλτες. Τι θα γινόταν μόνοι τους, ένας ανήμπορος γέρος κι ένα κορίτσι;

Τρίτη 9 Αυγούστου 2011

Θεανώ (2)


«Θεανώ, παιδί μου» φώναξε κατατρομαγμένος και έτρεξε με όση δύναμη του έδιναν τα βαριά πόδια του να ξυπνήσει την κόρη του που κοιμόταν στον πάνω όροφο. Δεν είχε προλάβει να φτάσει στην κορυφή της σκάλας και η Θεανώ πετάχτηκε τρομαγμένη από το δωμάτιο της. Στο κόκκινο φως που έμπαινε από τα γυάλινα καφασωτά παράθυρα, το λεπτό της κορμί ντυμένο μόνο με μια λινή πουκαμίσα ήταν σαν κλωνάρι φλεγόμενο και τα μακριά καστανά της μαλλιά σαν πυρωμένα πλοκάμια που έπεφταν μακριά ως τους γοφούς της και την τύλιγαν.
«Πατέρα, χανόμαστε» φώναξε μόλις τον είδε και έπεσε στην ανοιχτή του αγκαλιά τρέμοντας. Ο γέρο-Νικολίτζης κράτησε για μια στιγμή σφιχτά την κόρη του και μετά, παίρνοντας το ήρεμο ύφος του της μίλησε αργά και προσεκτικά.
«Κανείς και τίποτε δεν χάθηκε, όσο είμαστε ζωντανοί και μαζί. Πήγαινε γρήγορα και φόρεσε όλα τα ρούχα σου, όσα περισσότερα μπορείς, το ένα επάνω από το άλλο. Πάρε στο χέρι σου ένα δέμα με την εικόνα της Παναγίας και τα κοσμήματα της μητέρας σου, και κατέβα αμέσως κάτω στην είσοδο. Θα σε περιμένω εκεί.» Την κοίταξε έντονα και κατέβηκε τις σκάλες για να πάει να μαζέψει και τα δικά του πράγματα.
Η Θεανώ έτρεξε στο μικρό της δωμάτιο για να κάνει το πρόσταγμα του πατέρα της. Σε μια γωνιά του δωματίου ήταν ένα μικρό σκαλιστό δρύινο μπαούλο με φιλντισένιο σκέπασμα. Εκεί έβαζε τα ρούχα της και τα λιγοστά κοσμήματα που είχε από τη μητέρα της. Ένα σκαλιστό χρυσό σταυρό με ένα σμαράγδι στο κέντρο, ένα ζευγάρι χρυσά σκουλαρίκια με περίτεχνο σχέδιο και ένα δαχτυλίδι που στην κορφή του σχηματιζόταν ένα αστέρι από μικροσκοπικούς αμέθυστους.
Η Θεανώ δεν φορούσε κοσμήματα, κι ακόμη περισσότερο ποτέ δεν θα φορούσε αυτά τα κοσμήματα, αφού ήταν το μόνο πράγμα που την συνέδεε με την πρόωρα χαμένη στη γέννα, μητέρα της.
Αντίθετα, ο μεγαλύτερος θησαυρός της ήταν τυλιγμένος σε ένα βαθυκόκκινο πανί που πάνω του αναπαυόταν χρυσοκέντητος ο αυτοκρατορικός δικέφαλος αετός. Μέσα εκεί βρισκόταν ένα από τα σπάνια αντίγραφα του Διοσκουρίδη, με πολύχρωμα σχέδια των φαρμακευτικών βοτάνων, δώρο της αυτοκράτειρας όταν τον περασμένο χρόνο μαζί με τον πατέρα της κατάφεραν να σταματήσουν την ακατάσχετη αιμορραγία που παραλίγο να την στείλει στις πύλες του Άδη.
Φόρεσε γρήγορα όσα περισσότερα ρούχα μπορούσε, πουκαμίσες, και τουνίκες, τύλιξε και τα λιγοστά της αντικείμενα σε ένα μικρό δέμα και ετοιμάστηκε να βγει από το δωμάτιο. Εκτός από το μπαούλο, το κρεβάτι και έναν ασημένιο καθρέφτη δεν υπήρχε τίποτε άλλο εκεί μέσα.
Από το παράθυρο φαίνονταν πια οι φλόγες. Τρέχοντας, αγκομαχώντας κάτω από το βάρος των ρούχων που φορούσε, άρχισε να κατεβαίνει δυο-δυό τα σκαλιά.
Κοντοστάθηκε λίγο μπροστά στην πόρτα του πατέρα της. Το δωμάτιο ήταν άδειο. Στο πάτωμα πεσμένα χαρτιά και περγαμηνές, αλλά τα βιβλία και τα φιαλίδια έλειπαν. Σίγουρη πως ο πατέρας της είχε προσπαθήσει κι εκείνος με τη σειρά του να σώσει τους δικούς του πολύτιμους θησαυρούς, αναρωτήθηκε που να είχε πάει.          Λίγα σκαλοπάτια ακόμη και βρέθηκε στην είσοδο του σπιτιού. Οι δυο τρομαγμένοι υπηρέτες τους ήταν εκεί φορτωμένοι με μπόγους και πρόσωπα παραμορφωμένα από τρόμο.
«Ο πατέρας μου, που είναι ο πατέρας μου;» Φώναξε για να ακουστεί πάνω από τους κρότους και το θυμό της φωτιάς. Το διπλανό σπίτι είχε ήδη αρπάξει φωτιά και κομμάτια από τζάμια πετάγονταν θανατηφόρα προς όλες τις κατευθύνσεις. Ο πυκνός καπνός δεν την άφηνε ούτε να δει ούτε να ανασάνει. Πάνω από τα κεφάλια τους οι φλόγες έγλυφαν τη στέγη του σπιτιού με τα κόκκινα κεραμίδια.
«Κυρά μου, κάνε πίσω», της φώναξε τρομαγμένη η δούλα της η Χρύσω, όμως η Θεανώ ήταν τρελή από αγωνία. Που ήταν ο πατέρας της; Χωρίς να σκεφτεί, όρμησε στην πόρτα απ’ όπου ξεχυνόταν ο καπνός κι άρχισε να ψάχνει και να φωνάζει το όνομα του πατέρα της. Ξαφνικά στο βάθος της πλακόστρωτης αυλής, μέσα στις αναλαμπές της φωτιάς, της φάνηκε πως είδε το πεσμένο σώμα του.
Τα μάτια της έτσουζαν, τα δάκρυα κυλούσαν στο πρόσωπό της και ο καπνός που έφτανε στα πνευμόνια της την έκανε να βήχει ασταμάτητα. Τίποτε όμως απ αυτά δεν την σταματούσε. Κατάφερε να φτάσει στον πατέρα της, που δεν έδειχνε καθόλου σημάδια ότι ήταν ζωντανός.
Που βρήκε την δύναμη τότε αυτό το λυγερό κλαράκι να σύρει έναν αναίσθητο άντρα πίσω προς την είσοδο… Όλο της το σώμα είχε γίνει μια σκέψη: Να τον βγάλει από εκεί.
Έφτασε στον προθάλαμο. Η ζέστη ήταν αφόρητη, το βάρος που έσερνε, φορτίο αβάσταχτο. Λίγο πριν την είσοδο, η μεγάλη κουπαστή της ξύλινης σκάλας υποχώρησε και με ένα δυνατό βρόντο. Σαν έπεσε ο ουρανός, διαλύθηκε σε μύρια αναμμένα κάρβουνα που σκόρπισαν εμπρός και πίσω της.
Όχι! Δεν θα πέθαινε σ’αυτή την κόλαση πάνω στην γη. Οι προφήτες και οι ιεραπόστολοι, στο Φόρο και μπροστά στα ανάκτορα φώναζαν πως αστρολόγοι και μάγοι ήταν συγγενείς από την ίδια άτιμη οικογένεια, κολασμένες ψυχές που θα καίγονταν μια μέρα στα Τάρταρα. Ε, λοιπόν αν ήταν καταδικασμένη να καεί στην κόλαση, σίγουρα δεν είχε σκοπό να κάνει αυτή τη χάρη σε κανέναν επίγειο δαίμονα.
Ένα βήμα ακόμη, δυο, λίγο παραπάνω… Οι τοίχοι έτρεμαν, πύρινοι βροχή και στάχτες έπεφταν πάνω τους κι εκείνη συνέχιζε. Μπροστά στο ξύλινο πλαίσιο της πόρτας κοντοστάθηκε . Φως την περιτύλιξε κι ένιωσε τις φτερούγες των αγγέλων να τη σηκώνουν ψηλά κι ύστερα βούτηξε στο έρεβος.

Πέμπτη 4 Αυγούστου 2011

Θεανώ (1)


Κωνσταντινούπολη, Απρίλιος 1204

Ξημερώματα

Πατέρα, Μητέρα, Θεέ μου…
Σε ποιόν να κάνω επίκληση, να πάρω δύναμη, να διηγηθώ τα δεινά που έπεσαν πάνω μας, ετούτες τις μαύρες ώρες…
Πώς να μιλήσω για τον τρόμο, την αγωνία, το θάνατο…
Πατέρα μου και Δάσκαλε, οδήγησε το χέρι μου, όπως έκανες στα μικρά μου χρόνια, όταν με μάθαινες την τέχνη της γραφής. Τότε που το μικρό μου χέρι χαιρόταν να φτιάχνει το Θ που έμοιαζε με τον Ήλιο, το Ε σαν σκάλα που φτάνει ψηλά στ’ αστέρια, το Α σαν βουνό χιονοσκέπαστο, το Ν σαν το ποτάμι που κυλά και το Ω σαν την Πύλη την χρυσή που οδηγούσε στο παλάτι.
Σε σένα χρωστάω τη ζωή μου, εκείνη τη μαύρη μέρα που ρίχτηκες στη φωτιά για να με σώσεις από την αποκοτιά μου. Και τώρα… τώρα που κείτεσαι αδύναμος δίπλα μου, δεν μπορώ να κάνω τίποτε για στο ανταποδώσω. Το μόνο που ακούω είναι η βαριά σου ανάσα…

Η Θεανώ σήκωσε το κεφάλι της από τη περγαμηνή που έγραφε. Η αναπνοή του πατέρα της, που ακουγόταν βαριά όλη τη νύχτα, είχε σιγάσει. Τρομαγμένη κάθισε δίπλα του στο σκληρό στρώμα και φώναξε: Πατέρα, Πατέρα. Τα γυάλινα μάτια του που ήταν ακίνητα τις δυο τελευταίες μέρες δεν αντέδρασαν. Από το ανοιχτό στόμα του ένιωσε να βγαίνει με δύναμη μια κοφτή ανάσα. Μετά τίποτε. Τον ταρακούνησε. Για μια στιγμή νόμισε ότι πνιγόταν. Άνοιξε με τους δυο αντίχειρες το στόμα του και προσπάθησε να του τραβήξει τη γλώσσα προς τα έξω. Αδύνατον.  Ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του αλλά δεν ένιωσε κανένα χτύπο.
Ανακάθισε αλλά άφησε τα χέρια της ακουμπισμένα στο στήθος του πατέρα της. Αυτό ήταν λοιπόν; Είχε φύγει, έτσι απλά; Ένιωσε γύρω της το κενό. Ακόμη κι ο αέρας που έμπαινε από το παράθυρο φάνηκε να σταματά. Πως ήταν δυνατόν να μην είναι δίπλα της ζωντανός; Που ήταν;
Κοίταξε γύρω της στο σκοτεινό παράπηγμα σαν χαμένη, περιμένοντας ν’ ακούσει τη φωνή του. Ο αέρας άρχισε πάλι να φυσά, περνώντας πάνω από το γυμνό της λαιμό, κάνοντάς τη να ανατριχιάσει και να ξανάρθει στην πραγματικότητα. Όχι, δεν θα άκουγε πια τη φωνή του, ούτε θα τον έβλεπε να τριγυρίζει σκαλίζοντας τις περγαμηνές του. Είχε δει πολλούς θανάτους τον τελευταίο καιρό για να καταλάβει πως το χέρι του Θεού είχε γράψει το Ω στη περγαμηνή του πατέρα της.

 Αύγουστος 1203

Ο Μπαρτολομέο ξέκοψε από τη συμπλοκή με τους Σαρακηνούς. Αυτή δεν ήταν δική του μάχη. Δεν είχε έρθει μέχρι εδώ για να σκοτώσει μερικά άπιστα σκυλιά. Το μόνο που ζητούσε η ψυχή του ήταν εκδίκηση. Το προηγούμενο βράδυ οι Ρωμιοί είχαν μπει στη Βενέτικη συνοικία και την είχαν κάνει στάχτη. Τώρα είχε έρθει η σειρά τους να πληρώσουν.  Κρατώντας έναν αναμμένο πυρσό στο ένα χέρι προχώρησε για το Πέραμα.

«Φωτιά για τη φωτιά» φώναξε και πέταξε την αναμμένη δάδα στην πόρτα μια αποθήκης. Η δυνατή μυρωδια από ταγκισμένο λάδι και οι λεκέδες πάνω στην πόρτα δεν αφήναν αμφιβολία για τον έμπορο που έμενε εκεί. Κοίταξε πίσω του και είδε το Μάρκο που τον είχε ακολουθήσει να τον κοιτάει με μάτια που γυάλιζαν. Οι πρώτες φλόγες που άρχισαν να ξεπετάγονται σύντομα πολλαπλασιάστηκαν και το σπίτι άρχισε να καίγεται σαν φρύγανο.
«Ρίξε και στους άλλους» του φώναξε κι άρχισε να τρέχει ρίχνοντας αναμμένα δαδιά σ’ όλα τα ρωμαίικα σπίτια και αποθήκες. Το ένα μετά το άλλο τα σπίτια παραδίνονταν στις φλόγες. Ουρλιαχτά και άγριες φωνές από άντρες και γυναίκες γέμιζαν τον αέρα. Πολλοί δεν προλάβαιναν να βγουν από τις μανταλωμένες πόρτες. Άλλοι πετάγονταν έξω γυμνοί. Μια νέα γυναίκα κρατώντας ένα μωρό στην αγκαλιά της πήδηξε τσιρίζοντας από το παράθυρο ενός δίπατου σπιτιού.
Ο Μπαρτολομέο κοιτούσε μαγεμένος τις φλόγες να συνεχίζουν το τρελό χορό τους. Ο Μάρκο όμως τινάχτηκε σαν να ξυπνούσε από όνειρο και τρομαγμένος γύρισε στο φίλο του:
«Πάμε, γρήγορα πριν μας δουν. Να προλάβουμε τις βάρκες πριν περάσουν απέναντι». Τρέχοντας και στρίβοντας μέσα από στενά πλακόστρωτα δρομάκια έφτασαν στη πύλη του Περάματος. Η πόρτα ήταν αφύλαχτη, οι φρουροί άφαντοι. Οι δυο Βενετοί πέρασαν βιαστικά τα λίγα βήματα που τους χώριζαν από τον ανοιχτό χώρο της παραλίας. Οι βάρκες με τους συντρόφους τους είχαν ήδη αρχίσει να ξεκολλάνε από την άκρη του νερού. Πλατσουρίζοντας κατάφεραν να φτάσουν στην τελευταία βάρκα και έπεσαν με τη κοιλιά μέσα. Όλα είχαν πάρει το δρόμο τους. Ο Βοριάς είχε αναλάβει να αποτελειώσει το έργο τους.

Δεν είχαν προλάβει να φτάσουν στην απέναντι ακτή του Γαλατά, όταν στην Πόλη άρχισε να μαίνεται μια από τις πιο καταστρεπτικές πυρκαγιές όλων των εποχών. Ο δυνατός άνεμος έσπρωχνε την φωτιά κατά μήκος των νότιων τειχών. Οι φλόγες έφταναν σε δυσθεώρητα ύψη και έκαναν τους δρόμους της Πόλης να μοιάζουν με πύρινα ποτάμια. Πυρωμένα κομμάτια εκσφενδονίζονταν από σπίτι σε σπίτι, φθάνοντας ακόμη και μέχρι τη θάλασσα προκαλώντας εμπρησμούς και στα πλοιάρια που ήταν δεμένα στα λιμάνια. Κτίρια πέτρινα, από τούβλα, από μάρμαρο, όλα παραδίνονταν στο αδηφάγο τέρας.
Η φωτιά συνέχισε την νότια διαδρομή της φτάνοντας στο Φόρο του Κωνσταντίνου. Οι σκεπαστές στοές της μεγαλύτερης αγοράς στον κόσμο, ισοπεδώθηκαν. Στήλες, αγάλματα, αψίδες, καίγονταν μέχρι τα θεμέλια. Κανείς δεν μπορούσε να σταθεί μπροστά της, κανείς δεν μπορούσε να κάνει κάτι για να τη σβήσει. Μα πάνω απ’ όλα, όλοι παρέλυαν μόλις άκουγαν τον βρυχηθμό της, βγαλμένο από το στομάχι της κόλασης. Καιγόταν ήδη το πιο πυκνοκατοικημένο κομμάτι της Πόλης και το Θηρίο συνέχιζε την πορεία του για τον Ιππόδρομο και την Αγία Σοφία. Έκαψε το άτριο της μεγάλης εκκλησίας αλλά τότε ο αέρας άλλαξε πορεία και στράφηκε δυτικά. Η εκκλησία γλύτωσε αλλά όχι και ο Ιππόδρομος.

Πίσω από την εκκλησία των Σαράντα Μαρτύρων βρισκόταν το σπίτι του Νικολίτζη. Διώροφο, με καμάρες από διακοσμητικά τούβλα στη πρόσοψη και παράθυρα στολισμένα με χρωματιστά κομμάτια γυαλιού. Όταν περνούσες τη βαριά σκαλιστή ξύλινη πόρτα βρισκόσουν σε μια εσωτερική στοά που οδηγούσε αριστερά σε ένα πλακόστρωτο αίθριο και δεξιά σε μια ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στους πάνω ορόφους. Στην άλλη πλευρά του αιθρίου ήταν η αποθήκη, το μαγειρείο και το εργαστήριο, όπου ύφαιναν και έραβαν. Στον πρώτο όροφο ήταν το Δρύινο, η αίθουσα υποδοχής και γραφείο του Νικολίτζη, του ξακουστού αστρολόγου, που μέχρι και η αυτοκράτειρα συμβουλευόταν.

Εκείνη τη νύχτα καθόταν ξάγρυπνος πάνω από τα χαρτιά του και προσπαθούσε να φτιάξει τους χάρτες με τα ζητούμενα. Οι κόκκινες αναλαμπές, ο καπνός και πάνω απ όλα οι τρομαγμένες φωνές από το δρόμο τον έκανα να πεταχτεί από τη θέση του και να τρέξει στο ανοιχτό παράθυρο. Σαν τη γυναίκα του Λωτ, για μια στιγμή έμεινε ακίνητος μπροστά σ αυτό που αντίκρισαν τα μάτια του. Δεν υπήρχε φραγμός στην πύρινη λαίλαπα που κατευθυνόταν προς το μέρος του. 


Μια ιστορία αγάπης γραμμένη από φωτιά και αίμα


Ποτέ δεν συμπάθησα τη Βυζαντινή Ιστορία όπως την έμαθα στο σχολείο. Όλα αυτά τα ονόματα από σπουδαίους Αυτοκράτορες και στρατηγούς, ανακατεμένα με χρονολογίες και άγνωστες τοποθεσίες μου ήταν αδύνατον να τα θυμηθώ.
Δεν ξέχασα όμως ποτέ το επίκεντρο των γεγονότων, την Κωνσταντίνου Πόλη, και δύο χρονολογίες, το 1204 και το 1453. Κι εκεί είχαν μείνει όλα, ξεχασμένα κάπου σε μιαν άκρη του μυαλού μου.
Φανατική βιβλιοφάγος, κάποια στιγμή διάβασα την Πριγκηπέσσα Ιζαμπώ, του Τερζάκη. Με μπέρδεψαν τα ονόματα αλλά με μάγεψαν οι ήρωες. Αλλά και πάλι, όταν το εξώφυλλο του βιβλίου έκλεισε, δεν ασχολήθηκα περισσότερο.
Πριν ένα χρόνο όμως, ψάχνοντας στο ίντερνετ, ανακάλυψα την Madeline Hunter, μια συγγραφέα ιστορικών ρομάντσων, κάποια από τα οποία διαδραματίζονται στον 12ο και 13ο αιώνα. Εκείνο που μου έκανε εντύπωση, είναι ότι πέρα από την απαραίτητη ερωτική ιστορία, περιγράφει τον μεσαιωνικό κόσμο σαν κάτι ζωντανό και καθόλου σκοτεινό.
Σκέφτηκα λοιπόν πως θα ήταν να διηγηθώ κι εγώ μια δική μου ιστορία στην αντίστοιχη περίοδο. Μόνο που αυτή η περίοδος συμπίπτει με την άλωση της Πόλης το 1204. Χάθηκα λοιπόν στις ιστορικές πηγές προσπαθώντας να βρω γεγονότα, περιγραφές και κομμάτια σκόρπια της καθημερινής ζωής. Κι έτσι σιγά σιγά στο μυαλό μου γεννήθηκε η ιστορία της Θεανώς ...