Πέμπτη 11 Αυγούστου 2011

Θεανώ (3)

Ο δυνατός βήχας την ανάγκασε να ανοίξει τα μάτια της. Το δυνατό φως του ήλιου την θάμπωσε και σήκωσε το χέρι της για να προστατευτεί. Σιγά σιγά άρχισε να συνειδητοποιεί τον κόσμο γύρω της. Αρκετοι άνθρωποι ήταν σκυμμένοι πάνω της και την κοιτούσαν. Στα πρόσωπά τους έβλεπε την περιέργεια και την συμπόνοια. Κατάλαβε πως ήταν ξαπλωμένη στο δρόμο και είδε τα περαστικά σύννεφα καπνού πάνω από το κεφάλι της.
Γρήγορα γύρισε στο πλάι και είδε τον πατέρα της ξαπλωμένο δίπλα της με τα μάτια κλειστά. Φοβισμένη και μη θέλοντας να σκεφτεί το χειρότερο ανασηκώθηκε και έσκυψε πάνω του.
«Πατέρα», του μίλησε με χαμηλή φωνή σαν να μην ήθελε να τον τρομάξει, «Πατέρα, με ακούς;» ξαναρώτησε λίγο πιο δυνατά αυτή τη φορά. Από τα χείλη του γέρου βγήκε ένας αναστεναγμός και μετά ένα αργόσυρτο βογκητό. Ανακουφισμένη η Θεανώ, κάθισε δίπλα του και προσπάθησε να εκτιμήσει την κατάσταση. Δόξα τω θεώ, ήταν ακόμη ζωντανός όμως αν δεν τον εξέταζε κανονικά δεν μπορούσε να καταλάβει πόσο σοβαρά ήταν τραυματισμένος.
Οι άνθρωποι γύρω της άρχισαν να αραιώνουν καθώς έβλεπαν πως μάλλον δεν υπήρχε κάποιο δράμα για να τους συγκινήσει, κι έτσι άρχισαν να χάνουν το ενδιαφέρον τους. Άλλωστε οι περισσότεροι χτυπημένοι κι ίδιοι από το ξαφνικό κακό φαίνονταν βιαστικοί να φύγουν από τον τόπο της καταστροφής.
Η Θεανώ ασυναίσθητα σήκωσε το χέρι της για να σπρώξει πίσω τα μαλλιά της, μια κίνηση μηχανική που έκανε κάθε φορά που βρισκόταν μπροστά σε ένα δύσκολο πρόβλημα. Το χέρι σύρθηκε πάνω σε ένα τραχύ κομμάτι δέρματος. Πανικόβλητη σήκωσε και τα δυό της χέρια, αλλά μάταια. Το μόνο που ακούμπησε ήταν μια μάζα από καμμένες τρίχες, κολλημένες σχεδόν πάνω στο κεφάλι της.
Ένιωσε όπως όταν έπιανε τα χοντρά μάλλινα υφάσματα που ύφαιναν οι παρακόρες τους. Εκείνα τα χοντρά ρούχα, φτιαγμένα από δεύτερης ποιότητας μαλλί, κατσικίσιο τις περισσότερες φορές, το πουλούσαν οι υπηρέτες στην αγορά για να βγάζουν λίγα νομίσματα παραπάνω και να συμπληρώνουν έτσι το χαμηλό τους εισόδημα. Φτωχοί εργάτες, αχθοφόροι στο λιμάνι ή από εκείνους που δούλευαν στα πλινθοποιεία, ήταν οι αγοραστές τους.
Αργά, κατέβασε το δεξί της χέρι πάνω στο πρόσωπό της και ψηλάφησε το δεξί της κρόταφο. Κάτι υγρό κυλούσε από εκεί και όταν έφερε το χέρι μπροστά στα μάτια της το είδε να γυαλίζει από ένα κιτρινωπό υγρό. Με υπομονή ψηλάφισε τα φρύδια της ή μάλλον το μέρος όπου έπρεπε να υπάρχουν φρύδια, γιατί τώρα δεν υπήρχε τίποτε. Ούτε ματόκλαδα, αυτό ήταν σίγουρο, ενώ τα μάτια της έτσουζαν και έκαιγαν από τον καπνό.
Άλλο ένα βογγητό από το στόμα του πατέρα της την ανάγκασε να γυρίσει το κεφάλι της. Είχε ανοίξει τα μάτια του όμως το βλέμμα του έμεινε καρφωμένο ατενίζοντας τον χλωμό ουρανό.
«Θεανώ», προσπάθησε να ψιθυρίσει μα εκείνη περισσότερο κατάλαβε τι ήθελε να πει παρά τον άκουσε αφού από τα χείλη του δεν βγήκε κανένας ήχος.
«Εδώ είμαι, μην κουράζεσαι», η δική της φωνή βγήκε τρεμάμενη κι έτοιμη να κλάψει. «Θα σου φέρω λίγο νερό να δροσιστείς» συμπλήρωσε και σηκώθηκε με κόπο.
Τα πολλά στρώματα των ρούχων που φόραγε την είχαν προστατέψει από τη φωτιά όμως δυσκόλευαν τις κινήσεις της. Από την άλλη μεριά η υπεράνθρωπη προσπάθεια που είχε καταβάλλει για να μεταφέρει το αναίσθητο σώμα του πατέρα της έκανε κάθε μυ του σώματος της να διαμαρτύρεται οδυνηρά στην παραμικρή της κίνηση.
Στον κεντρικό δρόμο, μερικά βήματα πιο πέρα υπήρχε μια μεγάλη κρήνη. Περπατώντας όσο πιο γρήγορα μπορούσε και προσπερνώντας καμένα ερείπια και περίεργους περαστικούς, έφτασε στη μαρμάρινη στέρνα μα εκεί κοντοστάθηκε. Το νερό ήταν γκρίζο από τις στάχτες κι έτσι κι αλλιώς δεν είχε με τι να το μεταφέρει πίσω στον άρρωστο.
Μην μπορώντας να σκεφτεί τίποτε άλλο, έσκυψε και έπλυνε τα χέρια της και το πρόσωπό της. Καθώς έσκυβε το κεφάλι της, με την άκρη του ματιού της πρόσεξε στον πάτο της κρήνης ένα σπασμένο κανάτι. Άπλωσε το χέρι της αλλά δεν μπορούσε να το πιάσει. Έπρεπε λοιπόν να μπεί μέσα στην κρήνη ολόκληρη. Χωρίς να διστάσει, σήκωσε τα ρούχα της ψηλά, προσφέροντας στους περαστικούς το υπέροχο θέαμα των κατάλευκων ποδιών της και τσαλαβούτησε στα νερά.
Επιδοκιμαστικά σφυρίγματα ακούστηκαν γύρω της και είδε μερικά από τα χαμίνια που πάντα μαζεύονταν γύρω από την πλατεία να ποδοκροτούν σαν δαιμονισμένα. Σπάνια είχαν την ευκαιρία να δούν τόση πολλή γυναικεία σάρκα εκτεθειμένη, πόσο μάλλον από μια αρχόντισσα όπως φανέρωναν τα ρούχα της.
Πήρε το σπασμένο κανάτι κι αφού βεβαιώθηκε πως μπορούσε να μεταφέρει μ’ αυτό λίγο νερό ξαναβγήκε από την κρήνη, με μουσκεμένα ρούχα αλλά ικανοποιημένη. Κρατώντας το πολύτιμο φορτίο της με προσοχή, πέρασε μπροστά από τα χαμίνια με όση αξιοπρέπεια της είχε απομείνει και το κεφάλι ψηλά.
«Ουουουου!» άκουσε πίσω της τα χάχανα της αλητείας και η οργή της ξεχείλησε. Αυτό παραπήγαινε. Αρκετά. Ακούμπησε κάτω το πήλινο δοχείο και πήρε μια στρογγυλή πέτρα που βρήκε κοντά της. Γυρνώντας πιο γρήγορα κι από γάτα, την εκσφενδόνισε με όση δύναμη μπορούσε στο χαμίνι που βρισκόταν στο κέντρο της παρέας και έκανε την περισσότερη φασαρία. Η πέτρα βρήκε το στόχο της και μια πονεμένη κραυγή ήταν η απάντηση. Καθώς έσκυβε να πάρει και δεύτερη πέτρα, τα είδε να τρέπονται σε φυγή και να εξαφανίζονται στο πρώτο δρομάκι.
Τα παιδικά της χρόνια στο κτήμα του αυτοκράτορα στην Μοσυνούπολη την είχαν διδάξει πως ήταν καλύτερα να μην αφήνει τέτοιες προκλήσεις αναπάντητες. Της είχε στοιχήσει κάμποσες μελανιές στο παιδικό της σώμα αλλά και τελικά τον σεβασμό των υπόλοιπων παιδιών στο κτήμα. Μετά τον πρώτο χρόνο, κανένα δεν είχε τολμήσει να την ξαναπειράξει αν δεν ήθελε να ρισκάρει να βρεθεί με μώλωπες και ανοιγμένο κεφάλι.
Γρήγορα έδιωξε τις ευτυχισμένες εικόνες από το μυαλό της, πήρε το κανάτι της και γύρισε στον πατέρα της. Όση ώρα έλειπε, εκείνος είχε ανακαθίσει και κοιτούσε σαν χαμένος γύρω του.
Η Θεανώ γονάτισε δίπλα του και με προσοχή του έδωσε να πιεί λίγο νερό. Ύστερα από μερικές γουλιές, εκείνος έσπρωξε το κανάτι με το χέρι του και προσπάθησε να μιλήσει:
«Βοήθησε… να σηκωθώ…». Η Θεανώ προσπάθησε να τον κάνει να ησυχάσει, όμως εκείνος επέμενε.
«Πρέπει να… φύγουμε… στο παλάτι… να πάμε στο παλάτι».
Μιλούσε με κόπο, με ενδιάμεσες διακοπές από τον βήχα που τον έπνιγε και ήταν φανερά ανήσυχος.
Η Θεανώ τον κοίταξε με συμπόνοια. Καταλάβαινε την ανησυχία του. Έπρεπε να βρουν κατάλυμα προτού πέσει η νύχτα. Όλοι ήξεραν πόσο επικίνδυνη ήταν η νύχτα στη βασιλεύουσα, και τώρα με το χάος που επικρατούσε οι νυχτερινοί δρόμοι θα παραδίνονταν ανεξέλεγκτα σε κάθε λογής πλιατσικολόγους, ρουφιάνους και αντεροβγάλτες. Τι θα γινόταν μόνοι τους, ένας ανήμπορος γέρος κι ένα κορίτσι;

Τρίτη 9 Αυγούστου 2011

Θεανώ (2)


«Θεανώ, παιδί μου» φώναξε κατατρομαγμένος και έτρεξε με όση δύναμη του έδιναν τα βαριά πόδια του να ξυπνήσει την κόρη του που κοιμόταν στον πάνω όροφο. Δεν είχε προλάβει να φτάσει στην κορυφή της σκάλας και η Θεανώ πετάχτηκε τρομαγμένη από το δωμάτιο της. Στο κόκκινο φως που έμπαινε από τα γυάλινα καφασωτά παράθυρα, το λεπτό της κορμί ντυμένο μόνο με μια λινή πουκαμίσα ήταν σαν κλωνάρι φλεγόμενο και τα μακριά καστανά της μαλλιά σαν πυρωμένα πλοκάμια που έπεφταν μακριά ως τους γοφούς της και την τύλιγαν.
«Πατέρα, χανόμαστε» φώναξε μόλις τον είδε και έπεσε στην ανοιχτή του αγκαλιά τρέμοντας. Ο γέρο-Νικολίτζης κράτησε για μια στιγμή σφιχτά την κόρη του και μετά, παίρνοντας το ήρεμο ύφος του της μίλησε αργά και προσεκτικά.
«Κανείς και τίποτε δεν χάθηκε, όσο είμαστε ζωντανοί και μαζί. Πήγαινε γρήγορα και φόρεσε όλα τα ρούχα σου, όσα περισσότερα μπορείς, το ένα επάνω από το άλλο. Πάρε στο χέρι σου ένα δέμα με την εικόνα της Παναγίας και τα κοσμήματα της μητέρας σου, και κατέβα αμέσως κάτω στην είσοδο. Θα σε περιμένω εκεί.» Την κοίταξε έντονα και κατέβηκε τις σκάλες για να πάει να μαζέψει και τα δικά του πράγματα.
Η Θεανώ έτρεξε στο μικρό της δωμάτιο για να κάνει το πρόσταγμα του πατέρα της. Σε μια γωνιά του δωματίου ήταν ένα μικρό σκαλιστό δρύινο μπαούλο με φιλντισένιο σκέπασμα. Εκεί έβαζε τα ρούχα της και τα λιγοστά κοσμήματα που είχε από τη μητέρα της. Ένα σκαλιστό χρυσό σταυρό με ένα σμαράγδι στο κέντρο, ένα ζευγάρι χρυσά σκουλαρίκια με περίτεχνο σχέδιο και ένα δαχτυλίδι που στην κορφή του σχηματιζόταν ένα αστέρι από μικροσκοπικούς αμέθυστους.
Η Θεανώ δεν φορούσε κοσμήματα, κι ακόμη περισσότερο ποτέ δεν θα φορούσε αυτά τα κοσμήματα, αφού ήταν το μόνο πράγμα που την συνέδεε με την πρόωρα χαμένη στη γέννα, μητέρα της.
Αντίθετα, ο μεγαλύτερος θησαυρός της ήταν τυλιγμένος σε ένα βαθυκόκκινο πανί που πάνω του αναπαυόταν χρυσοκέντητος ο αυτοκρατορικός δικέφαλος αετός. Μέσα εκεί βρισκόταν ένα από τα σπάνια αντίγραφα του Διοσκουρίδη, με πολύχρωμα σχέδια των φαρμακευτικών βοτάνων, δώρο της αυτοκράτειρας όταν τον περασμένο χρόνο μαζί με τον πατέρα της κατάφεραν να σταματήσουν την ακατάσχετη αιμορραγία που παραλίγο να την στείλει στις πύλες του Άδη.
Φόρεσε γρήγορα όσα περισσότερα ρούχα μπορούσε, πουκαμίσες, και τουνίκες, τύλιξε και τα λιγοστά της αντικείμενα σε ένα μικρό δέμα και ετοιμάστηκε να βγει από το δωμάτιο. Εκτός από το μπαούλο, το κρεβάτι και έναν ασημένιο καθρέφτη δεν υπήρχε τίποτε άλλο εκεί μέσα.
Από το παράθυρο φαίνονταν πια οι φλόγες. Τρέχοντας, αγκομαχώντας κάτω από το βάρος των ρούχων που φορούσε, άρχισε να κατεβαίνει δυο-δυό τα σκαλιά.
Κοντοστάθηκε λίγο μπροστά στην πόρτα του πατέρα της. Το δωμάτιο ήταν άδειο. Στο πάτωμα πεσμένα χαρτιά και περγαμηνές, αλλά τα βιβλία και τα φιαλίδια έλειπαν. Σίγουρη πως ο πατέρας της είχε προσπαθήσει κι εκείνος με τη σειρά του να σώσει τους δικούς του πολύτιμους θησαυρούς, αναρωτήθηκε που να είχε πάει.          Λίγα σκαλοπάτια ακόμη και βρέθηκε στην είσοδο του σπιτιού. Οι δυο τρομαγμένοι υπηρέτες τους ήταν εκεί φορτωμένοι με μπόγους και πρόσωπα παραμορφωμένα από τρόμο.
«Ο πατέρας μου, που είναι ο πατέρας μου;» Φώναξε για να ακουστεί πάνω από τους κρότους και το θυμό της φωτιάς. Το διπλανό σπίτι είχε ήδη αρπάξει φωτιά και κομμάτια από τζάμια πετάγονταν θανατηφόρα προς όλες τις κατευθύνσεις. Ο πυκνός καπνός δεν την άφηνε ούτε να δει ούτε να ανασάνει. Πάνω από τα κεφάλια τους οι φλόγες έγλυφαν τη στέγη του σπιτιού με τα κόκκινα κεραμίδια.
«Κυρά μου, κάνε πίσω», της φώναξε τρομαγμένη η δούλα της η Χρύσω, όμως η Θεανώ ήταν τρελή από αγωνία. Που ήταν ο πατέρας της; Χωρίς να σκεφτεί, όρμησε στην πόρτα απ’ όπου ξεχυνόταν ο καπνός κι άρχισε να ψάχνει και να φωνάζει το όνομα του πατέρα της. Ξαφνικά στο βάθος της πλακόστρωτης αυλής, μέσα στις αναλαμπές της φωτιάς, της φάνηκε πως είδε το πεσμένο σώμα του.
Τα μάτια της έτσουζαν, τα δάκρυα κυλούσαν στο πρόσωπό της και ο καπνός που έφτανε στα πνευμόνια της την έκανε να βήχει ασταμάτητα. Τίποτε όμως απ αυτά δεν την σταματούσε. Κατάφερε να φτάσει στον πατέρα της, που δεν έδειχνε καθόλου σημάδια ότι ήταν ζωντανός.
Που βρήκε την δύναμη τότε αυτό το λυγερό κλαράκι να σύρει έναν αναίσθητο άντρα πίσω προς την είσοδο… Όλο της το σώμα είχε γίνει μια σκέψη: Να τον βγάλει από εκεί.
Έφτασε στον προθάλαμο. Η ζέστη ήταν αφόρητη, το βάρος που έσερνε, φορτίο αβάσταχτο. Λίγο πριν την είσοδο, η μεγάλη κουπαστή της ξύλινης σκάλας υποχώρησε και με ένα δυνατό βρόντο. Σαν έπεσε ο ουρανός, διαλύθηκε σε μύρια αναμμένα κάρβουνα που σκόρπισαν εμπρός και πίσω της.
Όχι! Δεν θα πέθαινε σ’αυτή την κόλαση πάνω στην γη. Οι προφήτες και οι ιεραπόστολοι, στο Φόρο και μπροστά στα ανάκτορα φώναζαν πως αστρολόγοι και μάγοι ήταν συγγενείς από την ίδια άτιμη οικογένεια, κολασμένες ψυχές που θα καίγονταν μια μέρα στα Τάρταρα. Ε, λοιπόν αν ήταν καταδικασμένη να καεί στην κόλαση, σίγουρα δεν είχε σκοπό να κάνει αυτή τη χάρη σε κανέναν επίγειο δαίμονα.
Ένα βήμα ακόμη, δυο, λίγο παραπάνω… Οι τοίχοι έτρεμαν, πύρινοι βροχή και στάχτες έπεφταν πάνω τους κι εκείνη συνέχιζε. Μπροστά στο ξύλινο πλαίσιο της πόρτας κοντοστάθηκε . Φως την περιτύλιξε κι ένιωσε τις φτερούγες των αγγέλων να τη σηκώνουν ψηλά κι ύστερα βούτηξε στο έρεβος.