Τρίτη 9 Αυγούστου 2011

Θεανώ (2)


«Θεανώ, παιδί μου» φώναξε κατατρομαγμένος και έτρεξε με όση δύναμη του έδιναν τα βαριά πόδια του να ξυπνήσει την κόρη του που κοιμόταν στον πάνω όροφο. Δεν είχε προλάβει να φτάσει στην κορυφή της σκάλας και η Θεανώ πετάχτηκε τρομαγμένη από το δωμάτιο της. Στο κόκκινο φως που έμπαινε από τα γυάλινα καφασωτά παράθυρα, το λεπτό της κορμί ντυμένο μόνο με μια λινή πουκαμίσα ήταν σαν κλωνάρι φλεγόμενο και τα μακριά καστανά της μαλλιά σαν πυρωμένα πλοκάμια που έπεφταν μακριά ως τους γοφούς της και την τύλιγαν.
«Πατέρα, χανόμαστε» φώναξε μόλις τον είδε και έπεσε στην ανοιχτή του αγκαλιά τρέμοντας. Ο γέρο-Νικολίτζης κράτησε για μια στιγμή σφιχτά την κόρη του και μετά, παίρνοντας το ήρεμο ύφος του της μίλησε αργά και προσεκτικά.
«Κανείς και τίποτε δεν χάθηκε, όσο είμαστε ζωντανοί και μαζί. Πήγαινε γρήγορα και φόρεσε όλα τα ρούχα σου, όσα περισσότερα μπορείς, το ένα επάνω από το άλλο. Πάρε στο χέρι σου ένα δέμα με την εικόνα της Παναγίας και τα κοσμήματα της μητέρας σου, και κατέβα αμέσως κάτω στην είσοδο. Θα σε περιμένω εκεί.» Την κοίταξε έντονα και κατέβηκε τις σκάλες για να πάει να μαζέψει και τα δικά του πράγματα.
Η Θεανώ έτρεξε στο μικρό της δωμάτιο για να κάνει το πρόσταγμα του πατέρα της. Σε μια γωνιά του δωματίου ήταν ένα μικρό σκαλιστό δρύινο μπαούλο με φιλντισένιο σκέπασμα. Εκεί έβαζε τα ρούχα της και τα λιγοστά κοσμήματα που είχε από τη μητέρα της. Ένα σκαλιστό χρυσό σταυρό με ένα σμαράγδι στο κέντρο, ένα ζευγάρι χρυσά σκουλαρίκια με περίτεχνο σχέδιο και ένα δαχτυλίδι που στην κορφή του σχηματιζόταν ένα αστέρι από μικροσκοπικούς αμέθυστους.
Η Θεανώ δεν φορούσε κοσμήματα, κι ακόμη περισσότερο ποτέ δεν θα φορούσε αυτά τα κοσμήματα, αφού ήταν το μόνο πράγμα που την συνέδεε με την πρόωρα χαμένη στη γέννα, μητέρα της.
Αντίθετα, ο μεγαλύτερος θησαυρός της ήταν τυλιγμένος σε ένα βαθυκόκκινο πανί που πάνω του αναπαυόταν χρυσοκέντητος ο αυτοκρατορικός δικέφαλος αετός. Μέσα εκεί βρισκόταν ένα από τα σπάνια αντίγραφα του Διοσκουρίδη, με πολύχρωμα σχέδια των φαρμακευτικών βοτάνων, δώρο της αυτοκράτειρας όταν τον περασμένο χρόνο μαζί με τον πατέρα της κατάφεραν να σταματήσουν την ακατάσχετη αιμορραγία που παραλίγο να την στείλει στις πύλες του Άδη.
Φόρεσε γρήγορα όσα περισσότερα ρούχα μπορούσε, πουκαμίσες, και τουνίκες, τύλιξε και τα λιγοστά της αντικείμενα σε ένα μικρό δέμα και ετοιμάστηκε να βγει από το δωμάτιο. Εκτός από το μπαούλο, το κρεβάτι και έναν ασημένιο καθρέφτη δεν υπήρχε τίποτε άλλο εκεί μέσα.
Από το παράθυρο φαίνονταν πια οι φλόγες. Τρέχοντας, αγκομαχώντας κάτω από το βάρος των ρούχων που φορούσε, άρχισε να κατεβαίνει δυο-δυό τα σκαλιά.
Κοντοστάθηκε λίγο μπροστά στην πόρτα του πατέρα της. Το δωμάτιο ήταν άδειο. Στο πάτωμα πεσμένα χαρτιά και περγαμηνές, αλλά τα βιβλία και τα φιαλίδια έλειπαν. Σίγουρη πως ο πατέρας της είχε προσπαθήσει κι εκείνος με τη σειρά του να σώσει τους δικούς του πολύτιμους θησαυρούς, αναρωτήθηκε που να είχε πάει.          Λίγα σκαλοπάτια ακόμη και βρέθηκε στην είσοδο του σπιτιού. Οι δυο τρομαγμένοι υπηρέτες τους ήταν εκεί φορτωμένοι με μπόγους και πρόσωπα παραμορφωμένα από τρόμο.
«Ο πατέρας μου, που είναι ο πατέρας μου;» Φώναξε για να ακουστεί πάνω από τους κρότους και το θυμό της φωτιάς. Το διπλανό σπίτι είχε ήδη αρπάξει φωτιά και κομμάτια από τζάμια πετάγονταν θανατηφόρα προς όλες τις κατευθύνσεις. Ο πυκνός καπνός δεν την άφηνε ούτε να δει ούτε να ανασάνει. Πάνω από τα κεφάλια τους οι φλόγες έγλυφαν τη στέγη του σπιτιού με τα κόκκινα κεραμίδια.
«Κυρά μου, κάνε πίσω», της φώναξε τρομαγμένη η δούλα της η Χρύσω, όμως η Θεανώ ήταν τρελή από αγωνία. Που ήταν ο πατέρας της; Χωρίς να σκεφτεί, όρμησε στην πόρτα απ’ όπου ξεχυνόταν ο καπνός κι άρχισε να ψάχνει και να φωνάζει το όνομα του πατέρα της. Ξαφνικά στο βάθος της πλακόστρωτης αυλής, μέσα στις αναλαμπές της φωτιάς, της φάνηκε πως είδε το πεσμένο σώμα του.
Τα μάτια της έτσουζαν, τα δάκρυα κυλούσαν στο πρόσωπό της και ο καπνός που έφτανε στα πνευμόνια της την έκανε να βήχει ασταμάτητα. Τίποτε όμως απ αυτά δεν την σταματούσε. Κατάφερε να φτάσει στον πατέρα της, που δεν έδειχνε καθόλου σημάδια ότι ήταν ζωντανός.
Που βρήκε την δύναμη τότε αυτό το λυγερό κλαράκι να σύρει έναν αναίσθητο άντρα πίσω προς την είσοδο… Όλο της το σώμα είχε γίνει μια σκέψη: Να τον βγάλει από εκεί.
Έφτασε στον προθάλαμο. Η ζέστη ήταν αφόρητη, το βάρος που έσερνε, φορτίο αβάσταχτο. Λίγο πριν την είσοδο, η μεγάλη κουπαστή της ξύλινης σκάλας υποχώρησε και με ένα δυνατό βρόντο. Σαν έπεσε ο ουρανός, διαλύθηκε σε μύρια αναμμένα κάρβουνα που σκόρπισαν εμπρός και πίσω της.
Όχι! Δεν θα πέθαινε σ’αυτή την κόλαση πάνω στην γη. Οι προφήτες και οι ιεραπόστολοι, στο Φόρο και μπροστά στα ανάκτορα φώναζαν πως αστρολόγοι και μάγοι ήταν συγγενείς από την ίδια άτιμη οικογένεια, κολασμένες ψυχές που θα καίγονταν μια μέρα στα Τάρταρα. Ε, λοιπόν αν ήταν καταδικασμένη να καεί στην κόλαση, σίγουρα δεν είχε σκοπό να κάνει αυτή τη χάρη σε κανέναν επίγειο δαίμονα.
Ένα βήμα ακόμη, δυο, λίγο παραπάνω… Οι τοίχοι έτρεμαν, πύρινοι βροχή και στάχτες έπεφταν πάνω τους κι εκείνη συνέχιζε. Μπροστά στο ξύλινο πλαίσιο της πόρτας κοντοστάθηκε . Φως την περιτύλιξε κι ένιωσε τις φτερούγες των αγγέλων να τη σηκώνουν ψηλά κι ύστερα βούτηξε στο έρεβος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου