Κωνσταντινούπολη, Απρίλιος 1204
Ξημερώματα
Πατέρα, Μητέρα, Θεέ μου…
Σε ποιόν να κάνω επίκληση, να πάρω δύναμη, να διηγηθώ τα δεινά που έπεσαν πάνω μας, ετούτες τις μαύρες ώρες…
Πώς να μιλήσω για τον τρόμο, την αγωνία, το θάνατο…
Πατέρα μου και Δάσκαλε, οδήγησε το χέρι μου, όπως έκανες στα μικρά μου χρόνια, όταν με μάθαινες την τέχνη της γραφής. Τότε που το μικρό μου χέρι χαιρόταν να φτιάχνει το Θ που έμοιαζε με τον Ήλιο, το Ε σαν σκάλα που φτάνει ψηλά στ’ αστέρια, το Α σαν βουνό χιονοσκέπαστο, το Ν σαν το ποτάμι που κυλά και το Ω σαν την Πύλη την χρυσή που οδηγούσε στο παλάτι.
Σε σένα χρωστάω τη ζωή μου, εκείνη τη μαύρη μέρα που ρίχτηκες στη φωτιά για να με σώσεις από την αποκοτιά μου. Και τώρα… τώρα που κείτεσαι αδύναμος δίπλα μου, δεν μπορώ να κάνω τίποτε για στο ανταποδώσω. Το μόνο που ακούω είναι η βαριά σου ανάσα…
Η Θεανώ σήκωσε το κεφάλι της από τη περγαμηνή που έγραφε. Η αναπνοή του πατέρα της, που ακουγόταν βαριά όλη τη νύχτα, είχε σιγάσει. Τρομαγμένη κάθισε δίπλα του στο σκληρό στρώμα και φώναξε: Πατέρα, Πατέρα. Τα γυάλινα μάτια του που ήταν ακίνητα τις δυο τελευταίες μέρες δεν αντέδρασαν. Από το ανοιχτό στόμα του ένιωσε να βγαίνει με δύναμη μια κοφτή ανάσα. Μετά τίποτε. Τον ταρακούνησε. Για μια στιγμή νόμισε ότι πνιγόταν. Άνοιξε με τους δυο αντίχειρες το στόμα του και προσπάθησε να του τραβήξει τη γλώσσα προς τα έξω. Αδύνατον. Ακούμπησε το κεφάλι της στο στήθος του αλλά δεν ένιωσε κανένα χτύπο.
Ανακάθισε αλλά άφησε τα χέρια της ακουμπισμένα στο στήθος του πατέρα της. Αυτό ήταν λοιπόν; Είχε φύγει, έτσι απλά; Ένιωσε γύρω της το κενό. Ακόμη κι ο αέρας που έμπαινε από το παράθυρο φάνηκε να σταματά. Πως ήταν δυνατόν να μην είναι δίπλα της ζωντανός; Που ήταν;
Κοίταξε γύρω της στο σκοτεινό παράπηγμα σαν χαμένη, περιμένοντας ν’ ακούσει τη φωνή του. Ο αέρας άρχισε πάλι να φυσά, περνώντας πάνω από το γυμνό της λαιμό, κάνοντάς τη να ανατριχιάσει και να ξανάρθει στην πραγματικότητα. Όχι, δεν θα άκουγε πια τη φωνή του, ούτε θα τον έβλεπε να τριγυρίζει σκαλίζοντας τις περγαμηνές του. Είχε δει πολλούς θανάτους τον τελευταίο καιρό για να καταλάβει πως το χέρι του Θεού είχε γράψει το Ω στη περγαμηνή του πατέρα της.
Αύγουστος 1203
Ο Μπαρτολομέο ξέκοψε από τη συμπλοκή με τους Σαρακηνούς. Αυτή δεν ήταν δική του μάχη. Δεν είχε έρθει μέχρι εδώ για να σκοτώσει μερικά άπιστα σκυλιά. Το μόνο που ζητούσε η ψυχή του ήταν εκδίκηση. Το προηγούμενο βράδυ οι Ρωμιοί είχαν μπει στη Βενέτικη συνοικία και την είχαν κάνει στάχτη. Τώρα είχε έρθει η σειρά τους να πληρώσουν. Κρατώντας έναν αναμμένο πυρσό στο ένα χέρι προχώρησε για το Πέραμα.
«Φωτιά για τη φωτιά» φώναξε και πέταξε την αναμμένη δάδα στην πόρτα μια αποθήκης. Η δυνατή μυρωδια από ταγκισμένο λάδι και οι λεκέδες πάνω στην πόρτα δεν αφήναν αμφιβολία για τον έμπορο που έμενε εκεί. Κοίταξε πίσω του και είδε το Μάρκο που τον είχε ακολουθήσει να τον κοιτάει με μάτια που γυάλιζαν. Οι πρώτες φλόγες που άρχισαν να ξεπετάγονται σύντομα πολλαπλασιάστηκαν και το σπίτι άρχισε να καίγεται σαν φρύγανο.
«Ρίξε και στους άλλους» του φώναξε κι άρχισε να τρέχει ρίχνοντας αναμμένα δαδιά σ’ όλα τα ρωμαίικα σπίτια και αποθήκες. Το ένα μετά το άλλο τα σπίτια παραδίνονταν στις φλόγες. Ουρλιαχτά και άγριες φωνές από άντρες και γυναίκες γέμιζαν τον αέρα. Πολλοί δεν προλάβαιναν να βγουν από τις μανταλωμένες πόρτες. Άλλοι πετάγονταν έξω γυμνοί. Μια νέα γυναίκα κρατώντας ένα μωρό στην αγκαλιά της πήδηξε τσιρίζοντας από το παράθυρο ενός δίπατου σπιτιού.
Ο Μπαρτολομέο κοιτούσε μαγεμένος τις φλόγες να συνεχίζουν το τρελό χορό τους. Ο Μάρκο όμως τινάχτηκε σαν να ξυπνούσε από όνειρο και τρομαγμένος γύρισε στο φίλο του:
«Πάμε, γρήγορα πριν μας δουν. Να προλάβουμε τις βάρκες πριν περάσουν απέναντι». Τρέχοντας και στρίβοντας μέσα από στενά πλακόστρωτα δρομάκια έφτασαν στη πύλη του Περάματος. Η πόρτα ήταν αφύλαχτη, οι φρουροί άφαντοι. Οι δυο Βενετοί πέρασαν βιαστικά τα λίγα βήματα που τους χώριζαν από τον ανοιχτό χώρο της παραλίας. Οι βάρκες με τους συντρόφους τους είχαν ήδη αρχίσει να ξεκολλάνε από την άκρη του νερού. Πλατσουρίζοντας κατάφεραν να φτάσουν στην τελευταία βάρκα και έπεσαν με τη κοιλιά μέσα. Όλα είχαν πάρει το δρόμο τους. Ο Βοριάς είχε αναλάβει να αποτελειώσει το έργο τους.
Δεν είχαν προλάβει να φτάσουν στην απέναντι ακτή του Γαλατά, όταν στην Πόλη άρχισε να μαίνεται μια από τις πιο καταστρεπτικές πυρκαγιές όλων των εποχών. Ο δυνατός άνεμος έσπρωχνε την φωτιά κατά μήκος των νότιων τειχών. Οι φλόγες έφταναν σε δυσθεώρητα ύψη και έκαναν τους δρόμους της Πόλης να μοιάζουν με πύρινα ποτάμια. Πυρωμένα κομμάτια εκσφενδονίζονταν από σπίτι σε σπίτι, φθάνοντας ακόμη και μέχρι τη θάλασσα προκαλώντας εμπρησμούς και στα πλοιάρια που ήταν δεμένα στα λιμάνια. Κτίρια πέτρινα, από τούβλα, από μάρμαρο, όλα παραδίνονταν στο αδηφάγο τέρας.
Η φωτιά συνέχισε την νότια διαδρομή της φτάνοντας στο Φόρο του Κωνσταντίνου. Οι σκεπαστές στοές της μεγαλύτερης αγοράς στον κόσμο, ισοπεδώθηκαν. Στήλες, αγάλματα, αψίδες, καίγονταν μέχρι τα θεμέλια. Κανείς δεν μπορούσε να σταθεί μπροστά της, κανείς δεν μπορούσε να κάνει κάτι για να τη σβήσει. Μα πάνω απ’ όλα, όλοι παρέλυαν μόλις άκουγαν τον βρυχηθμό της, βγαλμένο από το στομάχι της κόλασης. Καιγόταν ήδη το πιο πυκνοκατοικημένο κομμάτι της Πόλης και το Θηρίο συνέχιζε την πορεία του για τον Ιππόδρομο και την Αγία Σοφία. Έκαψε το άτριο της μεγάλης εκκλησίας αλλά τότε ο αέρας άλλαξε πορεία και στράφηκε δυτικά. Η εκκλησία γλύτωσε αλλά όχι και ο Ιππόδρομος.
Πίσω από την εκκλησία των Σαράντα Μαρτύρων βρισκόταν το σπίτι του Νικολίτζη. Διώροφο, με καμάρες από διακοσμητικά τούβλα στη πρόσοψη και παράθυρα στολισμένα με χρωματιστά κομμάτια γυαλιού. Όταν περνούσες τη βαριά σκαλιστή ξύλινη πόρτα βρισκόσουν σε μια εσωτερική στοά που οδηγούσε αριστερά σε ένα πλακόστρωτο αίθριο και δεξιά σε μια ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στους πάνω ορόφους. Στην άλλη πλευρά του αιθρίου ήταν η αποθήκη, το μαγειρείο και το εργαστήριο, όπου ύφαιναν και έραβαν. Στον πρώτο όροφο ήταν το Δρύινο, η αίθουσα υποδοχής και γραφείο του Νικολίτζη, του ξακουστού αστρολόγου, που μέχρι και η αυτοκράτειρα συμβουλευόταν.
Εκείνη τη νύχτα καθόταν ξάγρυπνος πάνω από τα χαρτιά του και προσπαθούσε να φτιάξει τους χάρτες με τα ζητούμενα. Οι κόκκινες αναλαμπές, ο καπνός και πάνω απ όλα οι τρομαγμένες φωνές από το δρόμο τον έκανα να πεταχτεί από τη θέση του και να τρέξει στο ανοιχτό παράθυρο. Σαν τη γυναίκα του Λωτ, για μια στιγμή έμεινε ακίνητος μπροστά σ αυτό που αντίκρισαν τα μάτια του. Δεν υπήρχε φραγμός στην πύρινη λαίλαπα που κατευθυνόταν προς το μέρος του.



